Η ίδρυση του Μυστρά

«ηὗρεν βουνὶ παράξενον ἀπόκομμα εἰς ὄρος
ἀπάνω τῆς Λακοδαιμονίας κανένα μίλιν πλέον
Διατὶ τοῦ ἄρεσεν πολλὰ νὰ ποιήσῃ δυναμάριν,
ὥρισε πάνω στὸ βουνὶ κ’ ἐχτίσαν ἕνα κάστρον,
καὶ Μυζηθρὰν τ’ ὠνόμασεν, διατὶ τὸ ἐκράζαν οὕτως»

Έτσι περιγράφει το Χρονικόν του Μωρέως την επιλογή του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου που αναζητώντας το 1249 μ.Χ. στην περιοχή της Σπάρτης ένα φυσικό οχυρό για να ελέγχει τις κινήσεις των Μηλιγγών Σλαύων του Ταϋγέτου εντυπωσιάσθηκε από ένα «παράξενο βουνίν» προβούνι του ιστορικού Ταϋγέτου στην άκρη μίας αβύσσου η οποία τον χωρίζει από τον Ταΰγετο και αποφάσισε να κτίσει Κάστρο που επέπρωτο να αποτελέσει το τελευταίο προπύργιο του Βυζαντίου και κατά τον Δημήτριο Κατσαφάνα την μεθόριο περιοχή ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Νεοελληνική πραγματικότητα όπου συνετελέσθη, η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση η ονομασθείσα και «Αναγέννηση των Παλαιολόγων».

Στον ιερό αυτό λόφο όπου κατά τον Νικ. Καζαντζάκη γεννήθηκε η Νέα Ελλάδα ανάμεσα σε δύο αλώσεις της Κωνσταντινουπόλεως των Φράγκων (1204) και των Τούρκων (1453) δημιουργείται και ακμάζει ο Μυστράς.

Ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος ωνόμασε το Κάστρο «Μυζηθράν» «διατί το κράζαν ούτως». Η λέξη Μυζηθράς προέρχεται από την λέξη Μυζήθρα, το γνωστό είδος τυριού το σχήμα του οποίου μοιάζει με τον βράχο του Μυστρά (Γ. Χατζηδάκις) ενώ κατ’ άλλους από γαιοκτήμονα της περιοχής που έφερε το όνομα Μυζηθράς από τις οποίες λέξεις προέκυψε κατά σύντμηση η μετέπειτα ονομασία Μυστράς.

Υπάρχει και η άποψη ότι η ονομασία προήλθε από την λέξη «Μύστρον» Λατινικά “Mystrum” (μυστρί) που χρησιμοποιούν οι οικοδόμοι και δεδομένου ότι υπήρχαν πολλοί κτίστες στην περιοχή ονομάσθηκε «Μυστράς». Η άποψη αυτή αποκρούεται ευχερώς από το γεγονός ότι η προηγούμενη ονομασία του Μυστρά ήτο Μυζηθράς.

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΑΝΤΑΚΟΥΖΗΝΟΙ ΣΤΟ ΜΥΣΤΡΑ

Όμως δεν επρόκειτο να χαρεί για πολύ το Κάστρο αυτό ο Γουλιέλμος ο Βιλλεαρδουίνος. Με την ήττα του στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 και την αιχμαλωσία αυτού και όλων των βαρόνων του από τις δυνάμεις του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου αναγκάσθηκε να παραδώσει «για την ελευθερία τους» «το Κάστρο της Μονοβασίας και της Μεγάλης Μαΐνης , το τρίτον και ομορφότερον του Μυζηθρά το Κάστρο» ενώ κατά τον Παχυμέρη παράδοσε και το Κάστρο του Γερακίου και του Λεύκτρου στην Μάνη.

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος μετά την συμφωνία παράδοσης των Κάστρων στέλνει στην Λακωνία Διοικητή τον Μιχαήλ Κατακουζηνό, ο οποίος παραλαμβάνει τα Κάστρα (1262) και εγκαθίσταται στην αρχή στην Μονεμβασία.

Γενναίος και συνετός στρατιωτικός διοικητής – απελάμβανε τον σεβασμό και των Φράγκων – σκοτώθηκε την άνοιξη του 1264 στην μάχη των Σεριανών εναντίον των Φράγκων. Το 1278 η έδρα της «Κεφαλής» όπως ονομάζεται η Διοίκηση της χώρας και των Κάστρων της Πελοποννήσου μεταφέρθηκε στο Μυστρά του οποίου η θέση ενόψει της συνεχίσεως των στρατιωτικών επιχειρήσεων είναι ζωτικής σημασίας.

Η εγκατάσταση Βυζαντινής Φρουράς στο Μυστρά προσείλκυσε σημαντικό αριθμό ορθοδόξων που κατοικούσαν στην Σπάρτη να εγκατασταθούν στην νεοαποκτηθείσα από τον Αυτοκράτορα περιοχή που κατέστη εστία της πολιτικής και πνευματικής ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο εποικισμός του Μυστρά πραγματοποιήθηκε κάτω από το Οχυρό της Κορυφής σε δύο (2) περιτοιχισμένες ζώνες: την Άνω Πόλη και την Κάτω Πόλη (ή Κατοχώρα).

Η άνω πόλη στην οποία είναι κτισμένα τα Παλάτια των Παλαιολόγων ήτο προστατευμένη και απομονωμένη από την υπόλοιπη πόλη στην οποία είχε πρόσβαση από δύο Πύλες: την Πύλη του Ναυπλίου και την Πύλη της Μονεμβασίας.

Η κάθε Πύλη είχε την δική της προστασία και πολύ σημαντικά κτίρια ενώ πολλά από τα μοναστήρια και τις εκκλησίες είναι κτισμένα πάνω στα εξωτερικά τείχη με μεγάλους Πύργους συνθέτοντας ένα μεγαλοπρεπές σύνολο μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής Φρουρίων.

Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ (31 Μαΐου 1460)

Ο Μυστράς κατά την κατάληψή του από τους Τούρκους (31 Μαΐου 1460) είναι μία οικονομικά εύρωστη πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Γίνεται έδρα του Τούρκου Διοικητού που εγκαθίσταται στο παλάτι των Παλαιολόγων, η Αγία Σοφία μετατρέπεται σε μουσουλμανικό τέμενος ενώ κτίζονται τζαμιά.

Ο Μυστράς είναι το κέντρο παραγωγής μετάξης στην Πελοπόννησο. Η αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας έχει σαν αποτέλεσμα την εγκατάσταση πολλών Εβραίων κυρίως εκτός των τοιχών της βυζαντινής πόλης.

Κατά τον 1ο Ενετο – Τουρκικό πόλεμο ο Σιγισμούνδος Μαλατέστα (Sigismonto Malatesta) καταλαμβάνει την πόλη του Μυστρά. Δεν μπορεί να καταλάβει το Κάστρο και τελικά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει προ των υπέρτερων Τουρκικών δυνάμεων όμως προλαβαίνει να πάρει μαζί του τα λείψανα του Γεωργίου Πλήθωνος – Γεμιστού και στην συνέχεια ενταφιάζει τον Γ. Πλήθωνα στον Καθεδρικό Ναό του Ρίμινι δείχνοντας με την πράξη αυτή την επιρροή που είχε ο Πλήθων και οι πλατωνικές σπουδές στην Ιταλία. Στο τέλος του 16ου αιώνος Τουρκική απογραφή αναφέρει ότι στον Μυστρά είναι 1000 χριστιανικές και 200 εβραϊκές οικογένειες. Με ένα μέσο όρο 4 – 5 άτομα ανά οικογένεια ο πληθυσμός ανήρχετο σε 4800 – 6000 άτομα.

Στην άνω πόλη η Αγία Σοφία μετατρέπεται σε τζαμί, ένα νέο τζαμί οικοδομείται στην πλατεία και η πλατεία μετατρέπεται σε χώρο παζαριού. Στον κύριο δρόμο της Κατοχώρας ο Gabriel Μillet καταγράφει την ύπαρξη καταστημάτων των Εβραίων οι οποίοι είχαν στα χέρια τους το εμπόριο μεταξιού και μαλλιού.

Το 1687 ο Μυστράς όπως και όλη η Πελοπόννησος – εκτός της Μονεμβασίας που κατελήφθη το 1690 – καταλαμβάνεται από τους Ενετούς που θα παραμείνουν μέχρι το 1715 για να παραιτηθούν οριστικά των διεκδικήσεών τους στην Ελλάδα και το Αιγαίο Πέλαγος (κρατούν τα Ιόνια νησιά) με την συνθήκη του Passarowitz.

Μετά την αποχώρηση των Ενετών ο Μυστράς χάνει τον ρόλο του ως σπουδαίο Διοικητικό Κέντρο. Η Τουρκική Διοίκηση εγκαθίσταται το 1715 στο Ναύπλιο και στην συνέχεια στην Τρίπολη που γίνεται η νέα πρωτεύουσα της Πελοποννήσου.
Ο Μυστράς όμως δεν παύει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αφού παράγει το μισό της συνολικής παραγωγής μεταξιού της Πελοποννήσου.

Ο πλούτος των κατοίκων του Μυστρά προσδίδει αυτονομία. Το 1767 ιδρύεται το πρώτο Ελληνικό Δημοτικό Σχολείο στο Μυστρά.

Ο ΜΥΣΤΡΑΣ ΣΤΑ ΟΡΛΩΦΙΚΑ

Όμως ο Μυστράς δέχεται τεράστιο πλήγμα κατά τα Ορλωφικά. Το 1770 ο Ρωσικός στόλος υπό τον Αλέξιο Ορλώφ έχει καταπλεύσει στην Μάνη και ένα απόσπασμα από κοινού με ομάδες Μανιατών επιφέρουν μεγάλες καταστροφές στον Μυστρά και τους ανθρώπους του.

Ο Μητροπολίτης Ανανίας σώζει μεγάλο μέρος του Τουρκικού πληθυσμού που είχε καταφύγει στην Μητρόπολη. Όμως στην συνέχεια Τουρκαλβανοί καταλαμβάνουν τον Μυστρά, εξολοθρεύουν εκατοντάδες κατοίκων και σκοτώνουν ακόμη και τον Ανανία έξωθεν της Μητροπόλεως (Άγιος Δημήτριος) ο οποίος λίγο πριν είχε σώσει πολλούς ομοθρήσκους τους. Πολλά κτίρια καταστρέφονται, η Μονή Παντανάσσης λεηλατείται και οι μοναχές την εγκαταλείπουν.

Στα «Ορλωφικά» πρωταγωνιστούν οι Παναγιώτης και Ιωάννης Κρεββατάς μαζί με τους Μπενάκη, Ζαΐμη και Ιωάννη Καφετζή.
Ο Παναγιώτης Κρεββατάς κατέφυγε στα Ρωσικά πλοία και στην συνέχεια αποβιβάστηκε στην Ζάκυνθο μαζί με πολλούς συγγενείς, φίλους και οπαδούς του.
Ο Ιωάννης Μελιτάκης – Κρεββατάς κατέφυγε στην Μάνη κατ’ άλλους στην Ύδρα ενώ ο αδελφός του Παναγιώτη, Μπενιζέλος Κρεββατάς εγκαταστάθηκε στην αρχή στα Κύθηρα και στην συνέχεια στα Χανιά. Στα Χανιά ο Μπενιζέλος Κρεββατάς απέκτησε και οικογένεια και τα παιδιά του οι Κρητικοί τα προσφωνούσαν «Μπενιζελάκια» κατά την κρητική συνήθεια και όχι «Κρεββατάδες». Έτσι το βαπτιστικό όνομα του πατέρα έγινε επώνυμο των παιδιών του. Ο Μπενιζέλος Κρεββατάς απόχτησε πολυμελή οικογένεια. Γιος του ήτο ο Πέτρος Μπενιζέλος ο οποίος απέκτησε 5 παιδιά μεταξύ των οποίων ο Κυριάκος Μπενιζέλος (Βενιζέλος) που γεννήθηκε στις Μουρνιές. Ο Κυριάκος ήτο ο πατέρας του Ελευθερίου Βενιζέλου όπως κατέληξε τελικά η οικογενειακή επωνυμία. Προφορικές παραδόσεις της οικογένειας Βενιζέλου επιβεβαιώνουν την σύνδεση των Κρεββατάδων του Μυστρά με τους Μπενιζέλους (Βενιζέλους) των Χανίων.

Ο ΜΥΣΤΡΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η τελική καταστροφή του Μυστρά συντελείται μετά την Ελληνική Επανάσταση και την εισβολή των στρατευμάτων του Ιμπραήμ Πασά το 1825. Ό,τι είχε απομείνει παραδίδεται στις φλόγες, οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τον Μυστρά και η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μωρέως μεταβάλλεται σε ερείπια. Εν τω μεταξύ η ίδρυση της Σπάρτης στην συνέχεια επιφέρει το τελικό πλήγμα αφού οι οικογένειες του Μυστρά, προεστοί και λαός, μετακομίζουν στην Σπάρτη την οποία ανοικοδομούν δυστυχώς πάνω στα ερείπια της Αρχαίας Σπάρτης.

ΜΥΣΤΡΑΣ – ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Και οι λίγοι απομείναντες στον Μυστρά αποχωρούν το 1955 με την κήρυξη του Αρχαιολογικού χώρου όλου του Κάστρου του Μυστρά. Απομένουν μόνο οι μοναχές της «ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΗΣ». Το 1989 ο Μυστράς ανακηρύσσεται από την UNESCO ως «ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ».

Σημαντικοί ιστορικοί και συγγραφείς ασχολήθηκαν και έγραψαν κατά καιρούς για τον Μυστρά, τελευταία δε ο Δημήτριος Κατσαφάνας («Το Πνεύμα του Μυστρά», «Το Πριγκιπάτο του Μορέως», «Το Δεσποτάτο του Μυστρά» κ.α.) ενώ η Γεωργία Κακούρου – Χρόνη στο βιβλίο της «Μυστράς: λίθοι λαλέοντες και κέραμοι ηχούντες» μεταφέρει κείμενα και απόψεις Ελλήνων λογοτεχνών ως Νίκου Βέη, Ηλία Βενέζη, Γιάννη Δούκα, Δημητρίου Δούκαρη, Άγι Θέρου, Κώστα Ουράνη, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Νίκου Καζαντζάκη, Οδυσσέα Ελύτη, Δημητρίου Κράνη, Στρατή Μυριβήλη, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Κώστα Πασαγιάννη, Γιάννη Ρίτσου, Άγγελου Σικελιανού, Τατιάνας Σταύρου, Αθηνάς Ταρσούλη, Άγγελου Τερζάκη ενώ για ειδικώτερα θέματα έχουν γράψει η Ροδονίκη Ετζεόγλου («Ο Ναός της Οδηγήτριας»), ο Στέφανος Σίνος (ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ), ο Λάζαρος Σκάγκος (Εφημέριος Μυστρά – Εκπαιδευτικός) «ο Ναΐσκος του Τιμίου Προδρόμου» (Αϊ – Γιαννάκης) κ.α. Στους ανθρώπους του Νέου Μυστρά εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του για την ευγένεια και την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν αφιερώνει το τελευταίο του βιβλίο «ΜΥΣΤΡΑΣ» (1986) ο Sir Steven Runciman – ο άνθρωπος που ανέσυρε το Βυζάντιο από την ερευνητική αφάνεια –.

Ο Μπαρρές συγκλονίστηκε επισκεπτόμενος στο Μυστρά και όπως μεταφέρεται αναφώνησε «Μόνο ο Μυστράς γιομίζει την ψυχή μου με ποίηση» ενώ ο Γκαίτε τοποθέτησε το καλλίτερο τμήμα του δεύτερου μέρους του Φάουστ στο Κάστρο του Μυστρά.

ΜΝΗΜΕΙΑ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ

Σημαντικά μνημεία εκτός των τοιχών του Κάστρου είναι στο νέο Μυστρά η Πολύκρουνη Κρήνη στον Άγιο Παντελεήμονα που κατασκευάσθηκε το 1300 μ.Χ. από τον «Προστάτη της χώρας» Άνθα Κρεββατά ο οποίος όπως μαρτυρά σχετική ευχαριστήρια επιγραφή «…σε εκπλήρωση κοινού αιτήματος ανήγειρε… όλους αυτούς τους κρουνούς άφθονου νερού και αφού διάνοιξε και σύζευξε υδραγωγεία στα βουνά έφερε το νερό» και στην Τριτσέλλα ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ή Αγιαννάκης των Βουβάλων της εποχής της Ενετοκρατίας με εντοιχισμένη Ρωμαϊκή Κρήνη με ερωτιδείς, ιππόγρυπες και λιοντάρια.
Η Κοινότης Μυστρά προ 60ετίας περίπου απεμάκρυνε τα χώματα που συνεπεία πλημμυρών είχαν σκεπάσει τις «Κρήνες Κρεββατά» που οι ντόπιοι ονομάζουν «Καμαράκια» ενώ και το ιδιαίτερο μνημείο του Αγιαννάκη των Βουβάλων με την μέριμνα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας έχει αποκατασταθεί σε άριστη κατάσταση.

Επίσης με υποδειγματικό τρόπο έχει αναστηλωθεί το ωραίο δίβολο Κωδονοστάσιο με αετωματική απόληξη της Παναγίας Κρητικιάς, την πρόσοψη του οποίου στολίζουν τρείς διακοσμητικές οδοντωτές ταινίες.
Τέλος ας προσθέσουμε στην ενδεικτική ανωτέρω παράθεση το Δημοτικό Σχολείο Μυστρά ήδη «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ» (ΙΝ.Ε.ΒΥ.Π.).

ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΥΣΤΡΑ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζουν οι αναστηλώσεις στον Μυστρά που αποτέλεσαν μέλημα της Ελληνικής Πολιτείας από τα τέλη του 19ου αιώνος. Τις εργασίες συντήρησης, στερέωσης κλπ. ανέλαβε στην αρχή η Αρχαιολογική Εταιρεία με την εποπτεία του Αδαμάντιου Αδαμαντίου που με ζήλο και πάθος αν και με πενιχρά μέσα εργάζεται να περισώσει τα μνημεία συνεργαζόμενος με τον βυζαντινολόγο μελετητή του Μυστρά Gabriel Millet που μένει στον Μυστρά και τον μελετά με συνεργείο αρχιτεκτόνων και αρχαιολόγων.
Οι αναστηλώσεις όμως στον Μυστρά θα πάρουν ουσιαστικά μορφή στις αρχές του 20ου αιώνα που αναλαμβάνει ο Αναστάσιος Ορλάνδος και δεν πρέπει να θεωρηθεί υπερβολή ότι στον Αναστάσιο Ορλάνδο οφείλει την σημερινή αναστήλωσή της η Καστροπολιτεία του Μυστρά.
Ο Α. Ορλάνδος κατάφερε σε είκοσι (20) χρόνια να πραγματοποιήσει έργα που η Ελληνική Πολιτεία δεν κατάφερε στα 180 χρόνια ελεύθερου βίου και βεβαίως εάν δεν αποκαθιστούσε τα τείχη και τις εκκλησίες αυτές δεν θα υπήρχαν το 1984 οπότε η Πολιτεία παρενέβη σοβαρά και διατεταγμένα στο έργο της αναστηλώσεως του Μυστρά.

Ο Αναστάσιος Ορλάνδος εδέσποζε με την μνημειώδη παρουσία του στο χώρο της Ελληνικής και Διεθνούς Επιστήμης. Επί εξήντα και πλέον έτη και συνέδεσε το όνομά του με σχεδόν κάθε εργασία αναφορικά με την καταγραφή, την μελέτη και την αναστήλωση μνημείων της Ελλάδος.

Ο Αναστάσιος Ορλάνδος, Αρχιτέκτων και Αρχαιολόγος, καθηγητής της Βυζαντινής Αρχαιολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (δίδαξε Αρχιτεκτονική Μορφολογία και Ρυθμολογία έχοντας επιμελητή του τον Δ. Πικιώνη) διαθέτοντας σε σπάνιο συνδυασμό την φιλολογική και ιστορική παιδεία του Αρχαιολόγου και την τεχνική κατάρτιση του Αρχιτέκτονος που του επιτρέπει να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της δημιουργίας των παλαιότερων εποχών. Οι μελέτες του για τα ελληνικά μνημεία διακρίνονται για την αρτιότητά τους και τον μεγάλο πλούτο πληροφοριών. Χάρη στην πολυδιάστατη παιδεία του έχει την ικανότητα να συνδυάζει την αποκατάσταση του μνημείου με τις υπάρχουσες μαρτυρίες από φιλολογικές πηγές.

Ο Α. Ορλάνδος (φ. 4) βρίσκει την πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μωρέως διαλυμένη και εγκαταλελειμμένη. Σπίτια, εκκλησίες και τα ανάκτορα των Παλαιολόγων σε ερείπια. Χρειάσθηκε να εργασθεί υπέρ την εικοσαετία για να αποκαταστήσει και αναστηλώσει τείχη, εκκλησίες, καμπαναριά και γενικά να επιτύχει την διαμόρφωση και καθαρισμό του χώρου.

Εκ των σημαντικών έργων η αναστήλωση των ναών: α) Της Παναγίας της Οδηγήτριας (Αφεντικό) φ. 1α, 1β , β) Του Αγίου Δημητρίου, γ) Των Αγίων Θεοδώρων, δ) Της Ευαγγελιστρίας, ε) Της Παντανάσσης, στ) Της Αγίας Σοφίας φ. 2α, 2β, ζ) Της Περιβλέπτου, η) Του Αγίου Γεωργίου φ. 3α, 3β κ.α. Τα παλάτια απαλλάχθηκαν από κατά καιρούς προσθήκες, αποκαταστάθηκε η στοά, οι κατεστραμμένες κάμαρες του ισογείου, οι τοίχοι της αίθουσας του Θρόνου.

Οι τεχνικές δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Α. Ορλάνδος τεράστιες. Όμως τολμά και με τις τεράστιες γνώσεις του και τις εγνωσμένες ικανότητές του λύει τα εμφανιζόμενα προβλήματα και αποδίδει τα μνημεία στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα!

Ενδεικτικό της κατάστασης και των τεχνικών δυσχερειών των αναστηλώσεων αποτελεί το τεχνολογικό θαύμα της αποκατάστασης της Εκκλησίας της Παναγίας της Οδηγήτριας (Αφεντικό). Ο Ναός της Παναγίας της Οδηγήτριας διατηρείτο ακέραιος μέχρι το 1863 οπότε κρίθηκε σκόπιμο (;) να αφαιρεθούν οι κίονες του ναού για να μεταφερθούν στην Μητρόπολη του Μυστρά. Η αφαίρεση των κιόνων προκάλεσε την πτώση του τρούλου που κατάπεσε παρασύροντας και τους τέσσερις κυλινδρικούς θόλους.

Το έργο της αναστήλωσης του Ναού αυτού υπερέβαινε προφανώς τις δυνατότητες του τότε ασχολούμενου με τις αναστηλώσεις Αδαμαντίου Αδαμαντίου και της εποχής (1895) έργο που εκτέλεσε με επιτυχία ο Α. Ορλάνδος το 1934. Εκτέλεσε τους αναγκαίους καθαρισμούς στα παλάτια και ξεκίνησε τις εργασίες αναστήλωσης των μνημείων. Ανακατασκεύασε τους νοτιοδυτικούς εγκαρσίους θόλους της Αίθουσας του Θρόνου κτίζοντας με παραδοσιακή θολοδομία. Συνέχισε στην Ανατολική πτέρυγα (κτίριο Μανουήλ Καντακουζηνού) που είχε καταρρεύσει στο γνωστό «περίπατο της Βασιλοπούλας» που εξασφαλίζει μία μοναδική θέα στην κοιλάδα της Λακεδαίμονος. Η Κοινότητα Μυστρά αναγνωρίζουσα το τεράστιο έργο του Α. Ορλάνδου ονόμασε δρόμο στο Νέο Μυστρά με το όνομά του ενώ έγινε μέλος και της Ακαδημίας Αθηνών.

Σημαντική η συμβολή του Φώτη Κόντογλου στην αποκάλυψη και διάσωση των βυζαντινών τοιχογραφιών και πλούσιες οι αναφορές στην βιβλιογραφία. Κορυφαία στιγμή η συνάντηση του Νίκου Καζαντζάκη με τον Φώτη Κόντογλου που έχει – μεταξύ άλλων – βοηθό την μοναχή Καλλινίκη, στιγμές που περιγράφει ο συγγραφέας στο βιβλίο του «Ταξειδεύοντας». Μεταγενέστερα εργάσθηκε στο μεγάλο έργο της συντήρησης και διάσωσης των βυζαντινών τοιχογραφιών ένας θρύλος των συντηρητών ο Φώτης Ζαχαρίου. Μαΐστορας πραγματικός, κάτοχος δηλαδή της Γνώσης, της Εμπειρίας και της Τέχνης, εργάζεται από το 1950 ως συντηρητής στην Υπηρεσία Αναστήλωσης Αρχαίων και Ιστορικών Μνημείων της Ελλάδος και έρχεται με το συνεργείο του στο Μυστρά εκπαιδεύοντας την νέα γενιά συντηρητών.

Οι εργασίες για την αναστήλωση των μνημείων και του Κάστρου του Μυστρά παίρνουν νέα δυναμική τροπή με την ανάληψη του Υπουργείου Πολιτισμού από την Μελίνα Μερκούρη για την οποία ο Μυστράς είναι: «…Η Ακρόπολη της Βυζαντινής Ελλάδος που πάντοτε με συγκινούσε και με συγκινεί…» και έθεσε από τους κύριους σκοπούς την αποκατάσταση των Μνημείων του Μυστρά.

Έτσι ιδρύεται «Η Επιτροπή Αναστήλωσης των Μνημείων του Μυστρά» με πρωτοβουλία αρχικά του Γενικού Γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Ακαδημαϊκού Γεωργίου Μυλωνά (πριν «Ομάδα Εργασίας για τις αναστηλώσεις των Μνημείων του Μυστρά»). Συμμετέχουν ενεργά οι Μύρων Μιχαηλίδης, Αιμιλία Μπακούρου, Ντούλα Μουρίκη, Στέφανος Σίνος και Αθηνά Χριστοφίδου ενώ εργάσθηκαν οι Αρχιτέκτονες: Πάνος Ραυτόπουλος (Ε.Μ.Π.) και Γεωργία Μαρίνου (Απόφοιτος Κρατικής Σχολής Αναστυλώσεων της Γαλλίας).

Διαπιστώνεται η ανάγκη αναστήλωσης του Παλατιού των Παλαιολόγων που είναι το μοναδικό σωζόμενο στην Ελλάδα Βυζαντινό Παλάτι προς εκπλήρωση διδακτικών και εκπαιδευτικών σκοπών. Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ξεναγούμενος υπό του Προέδρου της Πνευματικής Εστίας κ. Νικολάου Γεωργιάδη – σπανίου Πνευματικού Ανδρός που σφραγίζει με την παρουσία του επί 60 και πλέον έτη την πνευματική ζωή της Σπάρτης – ενθουσιασμένος από τον τόπο και την ξενάγηση εξεδήλωσε ενδιαφέρον για την αναστήλωση του παλατιού που μάλιστα εμπράκτως στην συνέχεια την ενίσχυσε διαθέτοντας στην αρχή 6.000.000 δρχ. και στην συνέχεια ενίσχυε κάθε χρόνο το έργο της Επιτροπής.

Το Κράτος (Εθνικοί Πόροι), η Περιφέρεια Πελοποννήσου, κονδύλια από Μεσογειακά ολοκληρωμένα Προγράμματα (Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ο αείμνηστος Κων/νος Καραμανλής, Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας επί πολλά έτη συνέβαλαν στην εδώ και χρόνια ολοκλήρωση (σχεδόν) των εργασιών στα Παλάτια των Παλαιολόγων – Καντακουζηνών που ενώ έχουν αποπερατωθεί από το 2009 περιμένουν(;) ίσως τον «μαρμαρωμένο Βασιλιά» να αναστηθεί και να επιστρέψει στον θρόνο του για να ανοίξουν και δεν αποδίδονται στα εκατομμύρια φίλων του Μυστρά σύμφωνα και με την χρήση τους για μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Δ.Π. Καστάνης